skip to main content

Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων

- Μια ασυνήθιστη, πολύ σπάνια αλλά και πρωτότυπη παραλλαγή.
Οι Θρακιώτες πρόσφυγες του χωριού θυμούνται πως οι παππούδες τους στις «αλησμόνητες πατρίδες», τα χωριά Κεστρίτσα, Φαρασλή και Κασίμπασα της περιοχής Χαριούπολης- Ραιδεστού της Ανατολικής Θράκης, την παραμονή των Χριστουγέννων, ανάμεσα στα άλλα έθιμα που είχαν, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν τα παρακάτω κάλαντα, με τη συνοδεία γκάιντας. Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε και στη «νέα πατρίδα» τα Καλά Δένδρα μέχρι πριν από λίγα χρόνια.
Το ασυνήθιστο και εντυπωσιακό στα κάλαντα αυτά είναι, ότι εξιστορούν με έναν θαυμάσιο και ιδιόμορφο λαϊκό τρόπο όλη τη ζωή του Χριστού από τη γέννηση, τη σταύρωση, τα πάθη, τον πόνο της μητέρας του Παναγίας και την ανάστασή του. Ύστερα αναφέρονται στην έλευση του Θεανθρώπου πάλι στη Γη κατά τη «Δευτέρα παρουσία» , όπου θα «δικαιοκρίνει» τους «μαρτωλούς» και «κολασμένους» ανθρώπους, υπενθυμίζοντας πως μόνον αυτοί που θα «αγιάσουν» θα κερδίσουν τον παράδεισο.
Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι η λαϊκή μούσα κατάφερε με λίγα κι απλά λόγια να περιλάβει όλο το Σωτηριολογικό και Χριστοκεντρικό έργο της Ορθόδοξης Χριστιανικής μας πίστης.


-Χριστούγεννα, Χριστούγεννα ‘πόψε Χριστός γεννιέται
Aπόψε Χριστός γεννήθηκε κι κόσμος δεν το νοιώθει
νε κόσμος νε τα οικούμενα νε βασιλιάς Ηρώδης
τρία ευαγγέλια λειτουργούν κι δυο αποστόλια ψέλνουν
κι ψέλνουντας διαβάζοντας χρυσό δενδρίτσι ξέβγει
Το δένδρο ήταν του Χριστού τα κλώνια τα βαγγέλια
και τ' αργυρά φυλλίτσια του ήτανι προφητάδες
Προφήτη βάλαν κι έλιγαν για του Χριστού τα πάθη
και συ Χριστέ μ' αλήθεια λες Χριστέ μου σταυρουμένε
σιαπού σι σταύρουσαν Ουβραίοι κι σ' έριξαν στουν τάφου
στο σταυρουδρόμ' μι σταύρουσαν κι μ' έριξαν στουν τάφου
τον Φαραώ παράγγειλαν να κόψει δυό πηρούνις
και κείνους τρισκατάρατους τα δυό τα κάνει πέντι
Συ Φαραέ που τ'άκοψεις πρέπει να μας διδάξεις
Εγώ που τα παράκοψα εγώ θα σας διδάξω
Τα δυό βάλτι στα χέρια του, τ' άλλα τα δυό στα πόδια τ'
το πέμπτο το φαρμακερό στη μέση, στην καρδούλα τ'
να στάξει αίμα κι χουλή για τη Χριστιανοσύνη τ'
το αιματάκι τ' πετάει σα σιγανό πουτάμι
κι η Παναγιά του σφούγγιζε μ' ένα χρυσό μαντήλι
μ' ένα χρυσό, μ' ένα αργυρό, μ' ένα μαλαματένιου
ώρις-ώρις τον σφούγγιζε, ώρις-ώρις τουν κλαίει
κρίμα-κρίμα τον γιόκα μου, τον γιόκα μ' τον αφέντη
α πούταν όλος μάλαμα τα χέρια τ' τ' ασημένια
α πούταν κι γλυκόστομους, γλωσσίτσα τ' ζαχαρένια.
Χριστός μας αναστήθηκε ψηλά παν' στα ουράνια
κι απόψι θε να κατηβεί στης εκκλησιάς την πόρτα
να ρίξει θρόνου να διαβεί, δεξιά απού τ' άγιου βήμα
να στρώσει το στρολάκι του, να κάτσ' να δικαιοκρίνει
δίκια να κρίν' τους μαρτωλούς, δίκια τους κολασμένους
όποιους τα λέει χαίριτει κι όποιους τ' ακούει αγιάζει
κι όποιους τα καλουφουγκραστεί παράδεισουν κερδίζει
παράδεισουν κι τα κλειδιά κι τ' Άγιου Μουναστήρι
Όσ' άστρα έχει ουρανός καλούδια π' όχει η Πόλη
τόσο καλό να δόκ' Θεός σ' αυτόν τον νοικοκύρη
κι εμείς τον ετραγούδησαμ' , Χριστός να τον φυλάει
ελάτε παλικάρια μου να πούμι κι απού χρόνου.

(Παρόμοια παραλλαγμένα κάλαντα -αλλά μόνο με 10 στίχους- της περιοχής Σαράντα Εκκλησιών της Ανατολικής Θράκης βρήκαμε σε μουσική συλλογή του γνωστού Θρακιώτη τραγουδιστή Χρόνη Αηδονίδη)

Τα παραπάνω κάλαντα τραγούδησαν στη θρακιώτικη διάλεκτο της «πατρίδας» τους ο Καλογεράκης Χρήστος κι ο Μαυρουδάκης Ανδρέας)