skip to main content

Συνέντευξη για τα Αναστενάρια

Ευόδωσε τελικά η πολύχρονη προσπάθεια να έχουμε καλεσμένο στην εφημερίδα μας
τον Dr. Αναστάσιο Ρεκλο Νευρολόγο- Ψυχίατρο, διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ, για μια εφ όλης της ύλης συζήτηση σχετικά με την ιδιότητα που έχει να είναι αρχηγός των αναστενάρηδων, ο αρχιαναστενάρης στην Αγία Ελένη Σερρών.

Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για τον υπογράφοντα που ο κ Ρέκλος, παρ' όλες τις προηγηθείσες πολύχρονες προσπάθειες επώνυμων δημοσιογράφων του κέντρου, να αποσπάσουν κάποιες δηλώσεις του, αποδέχθηκε να μιλήσει για πρώτη φορά στον «Ανεξάρτητο», σε μια εφημερίδα της Περιφέρειας, του τόπου του, που έδειξε και με την ανελλιπή παρουσία του σε αυτόν επι εβδομαδιαίας σχεδόν βάσης.
Εξαίρετος επιστήμονας με έντονη κοινωνική δράση στη συμπρωτεύουσα, όπου σταδιοδρομεί επαγγελματικά, έχοντας διατελέσει επιτυχημένος πρόεδρος του ιδρύματος «Άγιος Παντελεήμων» φροντίδας ηλικιωμένων και ατόμων με ειδικές ανάγκες, εξ «οφίτσιου» είναι ο πλέον κατάλληλος γνώστης του τελετουργικού ή επι το ορθότερο της πανηγύρεως που είναι «απομεινάρι» πρωτοχριστιανικής τελετής και σαν τέτοια τελετή κουβαλάει πάνω της και σημάδια προχριστιανικών τελετών, που στα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού ενσωματώθηκαν στο χριστιανικό λατρευτικό.
Με ρίζες από το Κωστί της Ανατολικής Θράκης ο κ Ρέκλος έζησε από τα παιδικά του χρόνια, τα αναστενάρια, το τελετουργικό τους και έγινε ο διάδοχος του προηγούμενο αρχιαναστενάρη το 1983.
Κατά την συζήτησή μας,   μεταξύ άλλων, οι ερωτήσεις που του θέσαμε και απαντήσεις του κ Αναστάσιου Ρέκλου, έχουν ως εξής:       
ΕΡ: Αναστενάρια. Γιορτή, πυροβασία, συμπόσιο; Τι ακριβώς είναι;
ΑΠ: Αυτό που στον πολύ κόσμο είναι γνωστό σαν αναστενάρια , οι τελεστές του το ονομάζουν πανηγύρι.
Με την λέξη νεστενάρι και αναστενάρι, οι τελεστές του ονομάζουν, τον πιστό που συμμετέχει στο ιδιότυπο τελετουργικό του πανηγυριού και στον οποίο, με τη χάρη και την δύναμη του θεού, μέσω των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, αποκαλύπτονται μελλούμενα γεγονότα , του δίνεται η δύναμη, να βοηθά στην ίαση ασθενειών και να πυροβατεί .
Σήμερα με την λέξη αναστενάρια εννοούμε, τόσο τους τελεστές του πανηγυριού, όσο και το πανηγύρι.
Παλιότερα γινότανε αναστενάρικα πανηγύρια προς τιμήν και άλλων αγίων και ήταν διαδεδομένα σε όλη την Ανατολική και Βόρεια Θράκη, το πλέον γνωστό όμως ήταν αυτό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, τον χωριού Κωστί της Ανατολικής Θράκης, τ o οποίο και έφτασε μέχρι των ημερών μας.
Οι τελετές των αναστενάρηδων ακολουθούν τον λατρευτικό χρόνο της Ορθόδοξης εκκλησίας, ξεκινούν τον Οκτώβριο και ολοκληρώνονται τον Αύγουστο.
Αυτό που κάνει τα αναστενάρια να ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα πανηγύρια που είναι ενταγμένα στον ορθόδοξο λειτουργικό χρόνο, είναι το ιδιότυπο τελετουργικό που ακολουθούν στην έκφραση της τιμής προς τους αγίους που τιμούν.
Το τελετουργικό περιλαμβάνει εκστατικό χορό με τον οποίο ο πιστός εκφράζει την τιμή του προς τον άγιο, αλλά και οδηγείται σε μια κατάσταση μέθεξης , θυσία ζώου, κοινό γεύμα και πυροβάδισμα.
ΕΡ: Δηλαδή  τ' αναστενάρια  είναι  μια  ορθόδοξη θρησκευτική πανήγυρης;
ΑΠ: Όπως είπα, είναι μια πανήγυρης ενταγμένη στον λατρευτικό χρόνο της ορθοδοξίας. Οι συμμετέχοντες στο πανηγύρι, το θεωρούν χριστιανικό, τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του όμως, εύκολα ξενίζουν και μπορεί να οδηγηθεί κανείς σε ψευδή συμπεράσματα.
Από μια πρώτη παρατήρηση, φαίνεται ότι το τελετουργικό των αναστενάριων, θυμίζει τις «αγάπες» των πρώτων χριστιανών, δηλαδή στις συνάξεις πιστών με παράθεση κοινού γεύματος, οι οποίες με τον κανόνα 74 της Πενθέκτης οικουμενικής συνόδου, απαγορεύθηκε να γίνονται στους ναούς και δόθηκε οδηγία να γίνονται μόνον σε σπίτια. Οι «αγάπες», σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ήταν «συμπόσια τα εξ αγάπης γινόμενα και εις αγάπην και ένωσιν τους συνεσθίοντας φέροντα» και συνήθως γινότανε σε γιορτές μνήμης μαρτύρων.
Πιστεύω ότι ένας ειδικός στην ιστορία της Ορθόδοξης λατρείας, μελετώντας τα αναστενάρια, θα εύρισκε σ' αυτά, πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την εξέλιξη της λατρείας.
 
ΕΡ: Γιατί όμως κυριαρχεί η άποψη ότι τα αναστενάρια είναι διονυσιακό κατάλοιπο;
ΑΠ: Ο πρώτος που κατέγραψε συστηματικά τ' αναστενάρια του Κωστί της Ανατολικής Θράκης, ο Αναστάσιος Χουρμουζιάδης το 1872, στράφηκε στην διερεύνηση της σχέσης της τελετής με προχριστιανικές λατρείες και τελετές, χωρίς να δώσει προσοχή στην σχέση τους με την ορθοδοξία .
Η μελέτη εκείνη έγινε σε μια εποχή που οι Έλληνες λόγιοι, πάσχιζαν να αποδείξουν το εσφαλμένο των θεωριών του Φαλμεράϊερ και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης συγκέντρωνε στοιχεία που θα αποδείκνυαν την ελληνικότητα των κατοίκων της Ανατολικής Ρουμελίας, προκειμένου να κρατήσει στους κόλπους της, περιοχές που διεκδικούσε η αποσχισθείσα τότε Βουλγαρική Εκκλησία. Ηταν επόμενο λοιπόν, ο Χουρμουζιάδης να προσπαθήσει να βρει και να αναδείξει προχριστιανικά ελληνικά στοιχεία της τελετής ,προκειμένου να αποδείξει την συνεχή παρουσία των Ελλήνων σ' εκείνη την περιοχή. Άλλωστε το τονίζει ο ίδιος, τόσο στην εισαγωγή της εργασίας τον, όσο και στον επίλογο της.
Δυστυχώς και οι μεταγενέστεροι μελετητές ακολούθησαν την ίδια τακτική, με αποτέλεσμα να μην γίνει ποτέ μια συστηματική έρευνα της σχέσης της τελετής με την Ορθοδοξία.
Ο Χουρμουζιάδης ωστόσο, σημείωσε την βαθειά πίστη των αναστενάρηδων στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, όπως κατέγραψε και τις μαρτυρίες των τοπικών Μητροπολιτών για τους διωγμούς (ξυλοδαρμούς, κάψιμο εικόνων κλπ) που άσκησαν κατά των αναστενάρηδων στις αρχές του 19ου αιώνα, διωγμοί που με τον ένα ή άλλο τρόπο συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Ποτέ όμως δεν προβληματίστηκε κανείς γιατί οι αναστενάρηδες που διώχτηκαν ως ειδωλολάτρες ή αιρετικοί και συκοφαντήθηκαν ως μέθυσοι, ωμοφαγοι και πόρνοι, συνεχίζουν να λένε με κάθε τρόπο ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι.
Συντηρούνται άραγε με τα ψέματα και απάτες τέτοια έθιμα επί αιώνες;
 
ΕΡ: Είναι τ' αναστενάρια μια χριστιανική τελετή ή όχι;
ΑΠ: Και βέβαια είναι. Μάλιστα τα αναστενάρια, είναι ένα απομεινάρι πρωτοχριστιανικής τελετής και σαν τέτοια τελετή κουβαλάει πάνω της και σημάδια προχριστιανικών τελετών, που στα πρώτα χρόνια ενσωματώθηκαν στο χριστιανικό λατρευτικό.
Τα αναστενάρια -όπως προκύπτει από την πρώτη συστηματική καταγραφή τους του 1872 και μέχρι σήμερα-, δεν έχουν καμιά σχέση με τις αιρέσεις του χριστιανισμού, όπως διατείνονται κάποιοι. Αποδέχονται το ορθόδοξο δόγμα, μετέχουν στα μυστήρια της Ορθόδοξης εκκλησίας, ακολουθούν το ορθόδοξο εορτολόγιο και μετέχουν στην εκκλησιαστική ζωή, όπως η πλειονότητα των ορθοδόξων.

Δεν παρεμβαίνουν στο λειτουργικό της εκκλησίας, δεν υποκαθιστούν τους λειτουργούς της και απ' όσα γνωρίζω, δεν διατείνονται ότι είναι υπόδειγμα ορθοδόξων.
Σ' ότι αφορά τον άνθρωπο αναστενάρη, ο Χουρμουζιάδης το 1872 έγραφε : « …Αυστηρόν δε και αγιώτερον βίον επιδεικνύμενοι (οι αναστενάρηδες), σεβαστοί τοις πάσι γίνονται. Διό και προσερχομένοις αυτοίς οι καθήμενοι προεξανίστανται και της οδού παραχωρούσι». Δηλαδή η ένταξη στο πανηγύρι, διαμορφώνει ένα τρόπο ζωής αυστηρότερο και σεμνότερο, συμπεριφορές που επιδρούν θετικά στη ζωή της κοινότητας.
Εκείνο που ηχεί παράτερα, είναι ο τρόπος που εκδηλώνει ο αναστενάρης την πίστη του και την τιμή προς τον προστάτη του άγιο , καθώς και η πίστη του στην ικανότητα που τον δίνει ο άγιος, να προλέγει μελλούμενα, να θεραπεύει και να πυροβατεί χωρίς να καίγεται.

Ο αναστενάρης δεν υποστηρίζει ότι είναι ο μονίμως εκλεκτός του Αγίου, απεναντίας φροντίζει, με τον τρόπο που ζει να είναι ο εκλεκτός τον αγίου και υποστηρίζει ότι κάθε φορά που πετυχαίνει κάτι, το οποίο υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνάμεις, αυτό είναι αποτέλεσμα της θείας χάρης , η οποία τον επέλεξε ως ενεργούμενο της, όπως μπορεί κάθε φορά να επιλέξει τον οποιοδήποτε πιστό.
Αυτό λοιπόν που κάνει τον αναστενάρη να ξεχωρίζει , είναι η βαθειά πίστη του στην δύναμη του αγίου, καθώς και ο ξεχωριστός τρόπος που την βιώνει και την εκδηλώνει. Οι αναστενάρηδες ποτέ δεν διαχώρισαν την θέση τους από την εκκλησία, απεναντίας θεωρούν τις γιορτές τους, άμεσα συνδεδεμένες με την εκκλησία. Γι' αυτό τον λόγο οι εικόνες τους πάντοτε εφυλάσσοντο στην εκκλησία του χωριού τους και σε κάθε άγιασμα τους υπήρχε πάντοτε προσκυνητάρι ή παρεκκλήσι.
Οι αναστενάρηδες διώχτηκαν από την εκκλησία, αλλά δεν έφυγαν ποτέ. Υμνούν και τιμούν τον προστάτη τους άγιο στην εκκλησία και μετά συνεχίζουν τον πανηγυρισμό τους με τον δικό τους τρόπο και πιστεύω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου, ότι είναι σεμνότερος και θρησκευτικότερος από τον γνωστό τρόπο άλλων θρησκευτικών πανηγύρεων,
Δεν μεθοκοπούν και δεν οργιάζουν. Πανηγυρίζουν, συντρώγουν με όλους τους παρευρισκομένους και μεταφέρουν τις εικόνες του προστάτη τους αγίου στο χωριό τους , γιατί πιστεύουν ότι έτσι μεταφέρουν την ευλογία του αγίου τους. Μεταφέρουν τις εικόνες τους εν πομπή, με τάξη και ευπρέπεια και με την μουσική τους και όχι με ξενόφερτες μπάντες και δυτικές μουσικές.
Τον οβολό των πιστών τον καταμετρούν δημόσια και με απόφαση όλων των πανηγυριστών τον διαθέτουν για κοινωφελείς σκοπούς.
Ο χορός τους, είναι χορός ευλάβειας και τρόπος έκφρασης της τιμής προς τον προστάτη τους άγιο. Έτσι έμαθαν να εκφράζονται και έτσι εκφράζονται. Και τα τραγούδια τους, χωρίς να είναι ύμνοι στον άγιο τους, αναφέρονται στην καθημερινότητα, καταδικάζουν τις απρεπείς συμπεριφορές και εξυμνούν τον σώφρονα ατομικό και κοινωνικό τρόπο ζωής.
Το πανηγύρι τους , είναι πανηγύρι όλης της κοινότητας και όχι μιας ξεκομμένης ομάδας ανθρώπων.
Με λίγα λόγια, βιώνουν ένα έντονα θρησκευτικό συναίσθημα και όσα κάνουν, προάγουν την κοινωνική ζωή και δε ν στρέφονται εναντίον κανενός. Αυτή η προσωπική βιωματική σχέση των αναστενάρηδων με το θείο, αλλά και η πίστη στο χάρισμα της προφητείας, της θεραπείας και του προβαδίσματος, δεν είναι ξένα προς το πνεύμα και το γράμμα της ορθοδοξίας. Άλλωστε αυτά τονίστηκαν ευθύς εξ αρχής, σαν σημεία φανέρωσης της δύναμης και ευλογίας του θεού προς τους πιστούς του. Τα πρωτοείπε ό Χριστός προς τους Αποστόλους του και στα πλήθη που τον παρακολουθούσαν, τα εφάρμοσαν οι Απόστολοι και οι πρώτοι μάρτυρες του Χριστιανισμού, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι σήμερα, μόνον που γίνονται αποδεκτά μόνον όταν βρίσκονται κάτω από τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο της διοικούσας εκκλησίας.
Αν κάτι λοιπόν πρέπει να συζητηθεί σοβαρά, είναι γιατί η διοικούσα εκκλησία συμπεριφέρεται με τόση βιαιότητα απέναντι στην βαθειά, την εκστατική βίωση τον θείου, και γιατί χωρίς μεγάλο προβληματισμό, κάθε φορά που την συναντά, την εξορκίζει.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, η εκκλησία τις μεγάλες επιλογές της για την διάδοση και την εδραίωση της, τι ς στήριξε στην χάρη της προφητείας και στην χάρη της ίασης.
Για πιο λόγο λοιπόν,   θα πρέπει να βαφτίζουμε την θρησκευτική έκσταση σε
διαβολική ενέργεια;
Έτσι όμως, φτάσαμε να θεωρούμε τον διάβολο ισχυρότερο του θεού, έτσι βγάλαμε τον Θεό απ' τις καρδιές μας και τον κλείσαμε σε πολυτελείς ναούς. Έτσι μετατρέψαμε και το θρησκευτικό βίωμα σε μια τυπική υποχρέωση συμμετοχής στα μυστήρια της εκκλησίας, χωρίς βάθος συναισθήματος και χωρίς πάθος.
Έτσι ξεχνούμε και τον ταπεινό ασκητή, που ασκεί την πίστη του στο γυμνό κελί του ή στην σπηλιά του, μακριά από τον άπλετο φωτισμό των πολυτελών ναών, τα μεγάφωνα και τα χρυσοποίκιλτα ενδύματα. 'Όμως αυτοί οι ταπεινοί εραστές του θείου, είναι εκείνοι που έχουν την χάρη των οραμάτων, της προφητείας και της θεραπείας και όχι οι λαμπροφορεμενοι της διοικούσας εκκλησίας.
 
ΕΡ: Αν είναι χριστιανική τελετή όπως υποστηρίζετε, τότε γιατί η εκκλησία τα καταδικάζει;
ΑΠ: Από όσα μπορώ να γνωρίζω η επίσημη εκκλησία ποτέ δεν καταδίκασε τ' αναστενάρια.
Την βαθειά πίστη των αναστενάρηδων, κανείς δεν την αμφισβήτησε, ενώ την υποστηριζόμενη από κάποιους υπόθεση, της υπόκρισης, προσποίησης ή μέθης, πρώτος την κατέρριψε ο Χουρμουζιάδης .
Κάποιοι Μητροπολίτες στο ξεκίνημα της ποιμαντορίας τους,- πιθανώς από στρεβλή ενημέρωση τους- στράφηκαν εναντίον των αναστενάρηδων και συνέχισαν να είναι δέσμιοι εκείνης της αρχικής εναντιώσεως τους. Ποτέ δεν προσπάθησαν να τους πλησιάσουν να τους συζητήσουν ή ακόμη και δουν με τα μάτια τους, αυτά που κατακρίνουν και κατακεραυνώνουν. Λόγοι σκληροί που ειπώθηκαν από άμβωνος, ή γράφτηκαν σε ποιμαντορικές εγκυκλίους, πίκραναν ευσεβείς πιστούς και τους μετέτρεψαν σε αποδιοπομπαίους τράγους. Ο λόγος του Ποιμένα αντί να είναι λόγος πατρικός, λόγος αγάπης και στοργής έγινε λόγος πικρός, συκοφαντικός, εκβιαστικός, λόγος που σκόρπισε το ποίμνιο.
Τέτοιες συμπεριφορές όμως εκδηλώνονται μόνον απ' όσους αδυνατούν να έχουν επιχειρήματα.
Αναρωτήθηκαν άραγε ποτέ τους, ποιους υβρίζουν και κατακρίνουν με τόση ευκολία;
 
ΕΡ: Γιατί το λέτε αυτό;
ΑΠ: Κρίνοντας τα αναστενάρια, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτά είναι μια θρησκευτική εκδήλωση μιας κοινότητας, Συνεπώς θα πρέπει να τα διερευνήσουμε σ' αυτό το πλαίσιο.
Από τις υπάρχουσες μαρτυρίες- τουλάχιστον εδώ και διακόσια χρόνια- φαίνεται ότι οι Κωστιανοί είχαν πάντοτε πλούσια θρησκευτική ζωή.
Στην ευρύτερη περιοχή του χωριού τους, είχαν τουλάχιστον πέντε αγιάσματα στις γιορτές των οποίων, συνέρρεαν κάτοικοι των καζάδων των Σαράντα Εκκλησιών και του Τυρνόβου.
Στο Κωστί της Ανατολικής Θράκης, που ήταν κατά κοινή ομολογία το κέντρο των αναστενάρικων τελετών όλης της Θράκης, οι αναστενάρηδες - σύμφωνα με μαρτυρίες των τοπικών Μητροπολιτών- διώχτηκαν, μαστιγώθηκαν και οι εικόνες τους κατ' επανάληψη καταστράφηκαν και κάηκαν από τους διώκτες Μητροπολίτες.
Οταν το 1903, στην επανάσταση του Ίλιντεν, πυρπολήθηκε η εκκλησία του Κωστί, οι Κωστιανοί σε επτά χρόνια κατάφεραν να την ξαναχτίσουν, να την στολίσουν με το ωραιότερο ξυλόγλυπτο τέμπλο της περιοχής - που σήμερα αποτελεί δείγμα ξυλογλυπτικής- και να την αγιογραφήσουν με τον γνωστό για την τεχνοτροπία του, αγιογράφο Κωνσταντίνο Πολυζωίδη.
Τρία χρόνια μετά τα εγκαίνια του ναού τους, διώχτηκαν βίαια από το χωριό τους, από τους Βουλγάρους, και τα μόνα πράγματα που μετέφεραν μαζί τους ήταν, το Ευαγγέλιο και το Άγιο Δισκοπότηρο της εκκλησίας τους (σήμερα φυλάσσονται στον ναό του Αγίου Αθανασίου Μελικής Βέροιας) , καθώς και τις αναστενάρικες εικόνες τους.
Από το 1914 που διώχτηκαν από το Κωστί, μόλις το 1924 μπόρεσαν να εγκατασταθούν σε μόνιμους τόπους κατοικίας. Στις Σέρρες, έδωσαν το όνομα του ενός αγίου τους στο χωριό τους   - Αγία Ελένη- και έξι χρόνια μετά την εγκατάσταση τους και πριν ακόμη αποκτήσουν καλλιεργήσιμη γη οι Κωστιανοί έχτισαν και εγκαινίασαν ναό στη μνήμη των προστατών τους Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπως ακριβώς και στην πατρίδα τους το Κωστί. Στο χτίσιμο του ναού συνέβαλαν, καθοριστικά με την γενναία οικονομική συμπαράσταση του ο συγχωριανός τους μεγαλέμπορος Μιχάλης Δούντας, ο οποίος σε κάθε τόπο που εγκαταστάθηκαν Κωστιανοί, διέθεσε χρήματα για ναούς και σχολεία (Σέρρες δωρεά στο Γηροκομείο, Στρυμονικό Σερρών σχολείο, Μαυρολεύκη σχολείο, Μελίκη σχολείο). Εικοσιτρία χρόνια αργότερα, στην Αγία Ελένη, δίπλα στο αγιασμό, των αγίων τους, έχτισαν και παρεκκλήσι.
Αυτούς τους ανθρώπους και από αυτούς τους ναούς που τους θεμελίωσαν με το δάκρυ τον πόνο και το αίμα τους οι ταπεινοί και ευλαβείς Κωστιανοί τους διώχνουν οι διοικούντες την εκκλησία. Γιατί άραγε;
Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που δεχθούμε ότι οι αναστενάρηδες πλανώνται, δεν θα έπρεπε να αποδειχθεί η πλάνη τους και να τους υποδειχθεί το σωστό;
Ο Χουρμουζιάδης στον επίλογο της μελέτης του έγραφε: «και η μεν των προλήψεων τούτων κατάργησης τη φιλοστόργω μητρί εκκλησία εναπόκειται, ήτις περί των ούτω πλανωμένων τέκνων αυτής μεγίστην πρόνοιαν πάντως ποιήσεται, δια της συστάσεως σχολείων και δια της επιμόνου διδασκαλίας και της πατρικής ηπιότητος των αείποτε Αρχιερέων, παύσονται του λοιπού εν σκότει διαπορευόμενοι. Διότι ο διωγμός και η μάστιξ και το πυρ και ο πέλεκυς και η άλλη σκληρότης έτι μάλλον το κακόν ενίσχυσε και εστερέωσεν...»
Δυστυχώς όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε σχεδόν ποτέ, απεναντίας προτιμήθηκε η εύκολη οδός της απόρριψης , της συκοφαντίας και του διασυρμού .