skip to main content

Ο σφαγνώνας ως διατηρητέο Μνημείο της φύσης

Ο σφαγνώνας κηρύχθηκε ως διατηρητέο Μνημείο της φύσης με την αριθ. 105497/6459/11.08.86 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας: « .. κηρύσσουμε ως ∆ιατηρητέο μνημείο της φύσης το σφαγνώνα που βρίσκεται στη θέση ¨Μπαλτά Τσαϊρ΄του δασικού συμπλέγματος Λαϊλιά Σερρών, συνολικής έκτασης 3,9 εκταρίων, στη σύνθεση της βλάστησης του οποίου συμμετέχουν είδη σπάνια της Ελληνικής χλωρίδας και η οποία παρουσιάζει παλαιοβοτανικό ενδιαφέρον(ανάλυση γύρης) για την μελέτη της ιστορικής εξελίξεως της δασικής βλάστησης της περιοχής.»

Σήμερα η έκταση, των 3,9 εκταρίων του σφαγνώνα, αποτελεί ένα περιφραγμένο βαλτώδες πεδίο χωρίς καμιά ενημερωτική ή ενδεικτική πινακίδα. Η κατάσταση της ξύλινης περίφραξης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καλή, ενεργεί όμως απωθητικά στους καλοκαιρινούς καταληψίες της περιοχής.

Η σύγχυση που υπάρχει με την επωνυμία του χώρου επιβάλλει την σωστή ενημέρωση που μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους και μέσα. Αφίσες, ενημερωτικές πινακίδες, εξωραϊσμός του χώρου και σωστή περίφραξη, είναι μερικά αναγκαία μέτρα που θα προβάλλουν την ταυτότητα αυτού του μνημείου της φύσης και θα καθιερώσουν την αξία του.

Επιστημονικά το τυρφώδες της περιοχής παρέχει τη δυνατότητα λήψης προφίλ για ανάλυση γύρης για την εξακρίβωση της ιστορικής εξέλιξης της βλάστησης του δασικού συμπλέγματος.

Η διερεύνηση της μεταπαγετώδους εξέλιξης του δάσους Λαϊλιά έγινε από την συλλογή και ανάλυση της γύρης των δένδρων που είχε παραμείνει άθικτη στην βαλτώδη μάζα του σφαγνώνα. Η ανάλυση συνδυάστηκε με όλα τα ιστορικά γεγονότα της περιοχής και αποδεικνύει σε βάθος χρόνου 3.000 ετών περίπου, την μετέπειτα εξέλιξη της βλάστησης.

Σήμερα , στο δάσος, επικρατεί η φυτοκοινωνική ένωση Luzulo- Fagetum moesiacum 3 και η οξιά τείνει να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά, εκτοπίζοντας τη δασική Πεύκη, προς οριακές θέσεις.

Η βλάστηση όμως του Λαϊλιά κατά την τελική θερμή μεταπαγετώδη εποχή, καθώς και κατά την μετάβαση προς τη μετά-θερμή εποχή παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με την αντίστοιχη της Β∆ περιοχής της οροσειράς Ρίλα. Στη συνέχεια όμως, οι έντονες ανθρωπογενείς επιδράσεις διαφοροποιούν την εξέλιξη της βλάστησης του Λαϊλιά από την αντίστοιχη της βουλγαρικής οροσειράς.

Οι γενικότερες οικολογικές συνθήκες που επικρατούν στη δασική περιοχή Λαϊλιά, αλλά και η ιστορική εξέλιξη της βλάστησης της, δείχνουν ότι η εγκατάσταση της ελάτης στην περιοχή είναι δυνατή.

Η εναλλαγή των φάσεων της δασικής βλάστησης μιας περιοχής είναι σημαντικό ότι μπορεί να ανιχνευτεί αρκετά πειστικά με την μέθοδο της ανάλυσης της γύρης των δένδρων.

Η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε και στο δάσος του Λαϊλιά από τον επικ. Καθηγητή της ∆ασολογικής σχολής του Α.Π.Θ Αχιλλέα Γερασιμίδη (1985) και στηρίζεται στα δεδομένα της επιστήμης που ονομάζεται Παλυνολογία ( από το αρχαίο ελληνικό Πάλυνος=πολύ λεπτόκοκκο υλικό επίστρωσης).

Η γύρη των διαφόρων δένδρων παράγεται κάθε χρόνο σε μεγάλες ποσότητες και μεταφέρεται κυρίως από τον άνεμο και τα έντομα στο στίγμα άλλων ανθέων. Ελάχιστη ποσότητα όμως από αυτή κατορθώνει να εκπληρώσει την αποστολή αυτή. Το μεγαλύτερο μέρος χάνεται εκτός στίγματος και σε λίγες μέρες ή και ώρες χάνει την ικανότητα γονιμοποίησης.

Σε αντίθεση με αυτή την εφήμερη και αμφίβολη διαδικασία παραγωγής και αχρήστευσης των γυρεοκόκκων το εξωτερικό τους περίβλημα, που ονομάζεται εξίνη , παρουσιάζει μια εξαιρετική ανθεκτικότητα που του επιτρέπει να διατηρείται απεριόριστα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις.

Η ιδιότητα αυτή της εξίνης και η ποικιλομορφία των γυρεοκόκκων αποτελούν τη βάση εφαρμογής της μεθόδου ανάλυσης της γύρης.

Η ανθεκτικότητα της εξίνης οφείλεται στη χημική της σύσταση η οποία αποτελείται από μια ουσία την σποροπολλενίνη, που είναι το αποτέλεσμα οξειδωτικού πολυμερισμού καροτένιων και εστέρων καροτένιων.

Η σποροπολλελίνη παρουσιάζει μειωμένη ανθεκτικότητα μόνο στην οξείδωση και στη μηχανική τριβή. Χάρη σ' αυτές τις ιδιότητες αυτή μπορεί να διατηρηθεί ακέραια και για ολόκληρους γωολογικούς αιώνες.

Οι ιδανικότερες συνθήκες για τη διατήρηση των γυρεοκκόκων επικρατούν μόνιμα σε υγρές θέσεις. Η γύρη που καταλήγει σε μια υγρή περιοχή, επιπλέει για ένα διάστημα και κατόπιν καταβυθίζεται και ενσωματώνεται στον πυθμένα.

Η ιζηματογένεση που πραγματοποιείται στον πυθμένα, θάβει σταδιακά και με τη σειρά εναπόθεσης τους γυρεοκόκκους (ΓΚ). Η μόνιμη υπερκάλυψη του ιζήματος από το νερό εμποδίζει την οξείδωση των γυρεοκόκκων εξασφαλίζοντας έτσι τη διατήρησή τους.

Το σχήμα, το μέγεθος και ο συνδυασμός του σχήματος με το είδος , τον αριθμό και τη θέση των ανοιγμάτων του γυρεόκοκκου είναι το ασφαλέστερο μέτρο για τον προσδιορισμό του κατά τη μικροσκόπηση. Στα περισσότερα ξυλώδη φυτά οι ΓΚ είναι χαρακτηριστικοί και παρέχουν τη δυνατότητα προσδιορισμού του γένους του δένδρου ή θάμνου από το οποίο προέρχονται.

Το μέγεθος των ΓΚ ποικίλει από 5-200μ, αλλά συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 20-50μ. Ο προσδιορισμός τους γίνεται με το μικροσκόπιο, με βάση τα ιδιαίτερα (όπως παραπάνω) χαρακτηριστικά κάθε τύπου ΓΚ όπως το μέγεθος, το σχήμα, η επιφάνεια κλπ.