skip to main content

Μια προσωπική μαρτυρία από την Ορεινή

(Γράφτηκε όπως ακριβώς μας τη διηγήθηκε ο παππούς Θωμάς χωρίς καμιά δικιά μας παρέμβαση)

Το χωριό μας είναι πάρα πολύ παλιό. Η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Επίσημα στοιχεία δεν υπάρχουν, μόνο προφορικά. Από γεννεά σε γεννεά, από παππού στον εγγονό, έτσι κι εγώ γνωρίζω αυτά τα λίγα πράγματα. Πρέπει να γυρίσουμε αρκετά πίσω, ίσως πάνω από χίλια χρόνια, για να φτάσουμε περίπου στη γέννηση του χωριού μας. Μια εκδοχή λέει ότι το χωριό το δημιούργησαν τρία αδέλφια κτηνοτρόφοι. Ο Έντσιος, ο οποίος κατοικούσε στην τοποθεσία «Ναγλέδα», που ακόμα και σήμερα ονομάζουμε « Έντσιου σπίτια». Ο Τουνταν που κατοικούσε στην τοποθεσία « Ιουντάνοβο» και ο Γέρακαρ, ο οποίος κατοικούσε στην τοποθεσία «Γερακαρέ». Αυτοί οι τρεις και μια άλλη ομάδα, ενώ στην αρχή ζούσαν χωριστά, ενώθηκαν και έφτιαξαν το χωριό. Ο λόγος που ενώθηκαν ήταν ο φόβος από τις επιδρομές των ληστών.


Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση οι κάτοικοι του χωριού ήρθαν από την Κέρκυρα και εγκαταστάθηκαν εδώ. Μετά την ολοκληρωτική επικράτηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σ' ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο , ορισμένοι κάτοικοι της Κέρκυρας αντέδρασαν δυναμικά στον τύραννο Σουλτάνο. Οι Τούρκοι τους εξόρισαν σε μια περιοχή απόμερη , κρυμμένη και χαμένη μέσα στο δάσος, πνιγμένη γύρω-γύρω με βουνά, έτσι ώστε να τους αποπροσανατολίσουν. Αυτοί όλοι θαλασσινοί έχασαν στην κυριολεξία τον «μπούσουλα» . Αυτή η περιοχή εξορίας δεν ήταν άλλη από τη σημερινή Ορεινή.

Ας γυρίσουμε λίγο στη γλώσσα. Η διάλεκτος αυτή που χρησιμοποιούμε είναι κράμα από λέξεις της αρχαίας ελληνικής, τουρκικές και βουλγαρικές. Δηλαδή, δεν είναι όπως πιστεύουν πολλοί, καθαρά Βουλγαρική γλώσσα. Σας αναφέρω ένα παράδειγμα που ίσως σας βοηθήσει , Οι αρχαίοι Έλληνες όταν έλεγαν ο «μυς» εννοούσαν τον ποντικό. Εμείς τον ποντικό τον ονομάζουμε «μύσκα» ή «μύσιο» . Φυσικά για να φτάσουμε στο σημείο να χρησιμοποιούμε αυτή τη γλωσσική διάλεκτο γνωρίσαμε τόσες πολλές πιέσεις, που δε μπορεί να τις φανταστεί ανθρώπινος νους. Φτάνοντας λίγο προς το τέλος, θέλω να σας πω ότι στην περίοδο του εμφυλίου αναγκαστήκαμε να μεταφερθούμε για διάστημα περίπου 3 χρόνων στην πόλη των Σερρών. Εκεί ήμασταν στοιβαγμένοι μέσα στα καπνομάγαζα σαν τις σαρδέλες. Όταν γυρίσαμε πίσω, προσπαθήσαμε όλοι μαζί να ξεκινήσουμε μια καινούρια ζωή.
Να αναφερθώ λίγο και στη ζωή την καθημερινή με τις χαρές και τις λύπες της. Αυτές πάνε μαζί. Σίγουρα παλιές συνήθειες υπάρχουν και σήμερα αλλά και πολλές έχουν σβήσει. Θυμάμαι πριν 30-40 χρόνια, εδώ που βρίσκεται τώρα το κοινοτικό κατάστημα, ήταν πλατεία και ονόμαζαν το μέρος αυτό «χαρότοπο». Εκεί λοιπόν, το Πάσχα πήγαιναν τα όργανα και χόρευαν όλοι ευτυχισμένοι και αγαπημένοι. Το ίδιο γινότανε και σ' όλες τις μεγάλες γιορτές. Τα όργανα τα πλήρωναν τα αρραβωνιασμένα παλικάρια . Όποιο παλικάρι δεν είχε να πληρώσει δεν το άφηναν να χορέψει, ούτε αυτόν ούτε την αρραβωνιαστικιά του. Πρέπει επίσης να τονίσω ότι ο κόσμος ήταν πολύ θρησκόληπτος. Τελειώνοντας, αυτό που θέλω να πω είναι ότι εμείς οι μεγαλύτεροι προσπαθήσαμε όσο γίνεται μονιασμένοι και αγαπημένοι για κάτι καλύτερο. Δε λέω πως δεν υπήρχαν μαλώματα και διαφοορές. Όλα όμως λυνόταν. Δε φτάσαμε καμιά φορά σε ακραίες καταστάσεις. Την ευχή να συνεχίσουν έτσι, δίνω και στους νέους ανθρώπους της Ορεινής.

Ευχαριστώ
ΟπαππούςΘωμάς