skip to main content

Η βυζαντινή μεταλλευτική και μεταλλουργία στο Αγκιστρο και στη Βροντού

Από ιστορικές πηγές της ύστερης βυζαντινής περιόδου και κυρίως τα αρχεία των αθωνικών μοναστηριών γίνεται γνωστή η παραγωγή σιδήρου σε εκκλησιαστικές κτήσεις στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών.
 Συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της σερβικής κυριαρχίας εξεδόθη xρυσόβουλο του βασιλέα Στεφάνου  Δουσάν που χρονολογείται στα 1347 και αναφέρει ξεκάθαραότι 600 μαζία σιδήρου κατ' έτος προέρχονταν από τα μεταλλεία Τριλισίου και Βροντέως, βόρεια της πόλης των Σερρών.

Σε μεταγενέστερο χρυσόβουλο του Στεφάνου Oύρεση του 1361 καταγράφεται η πλούσια πρόσοδος της τάξεως των 30 υπέρπυρων ανά έτος προερχόμενη από το Τριλίσιο.
Αποδεικνύεται λοιπόν με βάση τις παραπάνω μαρτυρίες ότι, για τουλάχιστον μια δεκαετία, μεταλλεία σιδήρου και μεταλλουργικά κέντρα μεταποίησης ήταν ενεργά στα βόρεια του σημερινού νομού Σερρών, χωρίς όμως να έχουν εντοπιστεί με ακρίβεια.

Αν και το τοπωνύμιο Βροντή θα πρέπει να αναφέρεται στον σημερινό οικισμό της Άνω Βροντούς, όπου έχουν επισημανθεί ίχνη τήξεως σιδηρομεταλλεύματος σε διάφορα σημεία του οικισμού και κοντά σε υδρόμυλο, για την περιοχή Τριλισίου δεν έχει προταθεί πιθανή περιοχή ταύτισης. Προτείνεται λοιπόν η ταύτιση του Τριλισίου με τη θέση Τρίσλα στο Μαύρο Βουνό, που αποτελεί μέρος της οροσειράς Βροντούς.
Η ονομασία Τρίσλα ίσως προέκυψε από παραφθορά του τοπωνυμίου Τριλίσιο κατά τη χρήση του στη βουλγαρική γλώσσα.

Η ευρύτερη περιοχή γύρω από το χωριό Άγκιστρο αποτελούσε στο παρελθόν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα μεταλλουργίας σιδήρου της Ανατολικής Μακεδονίας, όπως μαρτυρείται από τις τεράστιες συγκεντρώσεις σκωριών της κλίμακας των 150.000 τόνων. Επίσης, όπως φαίνεται από την ορυκτολογία της περιοχής που αποτελείται και από χρυσοφόρα κοιτάσματα, αλλά κυρίως λόγω της ύπαρξης μεταλλουργικών καταλοίπων speiss (αρσενίδια σιδήρου) που προέκυψαν από την τήξη αυτών των κοιτασμάτων, η εξόρυξη χρυσού στην περιοχή θεωρείται βέβαιη. Η συγκέντρωση στη βορειοδυτική είσοδο του χωριού όπου έγινε δειγματοληψία καλύπτει την πλαγιά ενός υψωμένου αγροτικού τεμαχίου, ενώ επίπεδα θραύσης μεταλλεύματος σημειώθηκαν βορειότερα. Στα υψηλότερα επίπεδα της απόθεσης καταγράφηκαν πέτρες με έντονα σημάδια καύσης που πιθανόν προέρχονται από δομικό υλικό της καμίνου, καθώς και δύο όστρακα εφυαλωμένης κεραμικής της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Κρίνοντας με βάση

τη μεγάλη κλίμακα δραστηριοτήτων, τα όστρακα που βρέθηκαν και τη χρονολόγηση με τη μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα 14 από δείγμα σε φρέαρ μεταλλείου του Αγκίστρου περίπου στο 1330+. - 310, οι δραστηριότητες τοποθετούνται στην ύστερη βυζαντινή-πρώιμη οθωμανική περίοδο.8 Παρ' όλα αυτά δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις για τις απαρχές των εξορυκτικών-μεταλλουργικών δραστηριοτήτων και επομένως δεν είναι ξεκάθαρη η χρονική διάρκεια των εργασιών.

Νεραντζής Νεραντζής

Αρχαιολόγος